Ποιοι μπαίνουν στο στόχαστρο των φορολογικών ελέγχων; Μοριοδότηση επιχειρήσεων και εφαρμογή μεθόδων ανάλυσης κινδύνου

Προτεραιότητα θα δώσουν οι φορολογικοί έλεγχοι στις υποθέσεις με υψηλή παραβατικότητα και εισπραξιμότητα με βάση αντικειμενικά κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ( μεθόδους risk analysis).

• Οι φορολογικές αρχές θα ελέγχουν κατά προτεραιότητα και σύμφωνα με μοριοδότηση τις εκκρεμείς υποθέσεις, βάσει αυτοματοποιημένου μοντέλου αντικειμενικής αξιολόγησης των υποθέσεων, με εφαρμογή κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου.

Στόχος είναι να ολοκληρωθούν υποθέσεις που αφορούν την τελευταία πενταετία και προγενέστερα με αναλογία 60%, ενώ οι προϊστάμενοι των Ελεγκτικών Υπηρεσιών δικαιούνται να εισάγουν στη σειρά κατάταξης υποθέσεις που θεωρούν σημαντικές.

Ανεξαρτήτως της κατάταξης αυτής, θα ολοκληρώνονται άμεσα υποθέσεις που ενδεικτικά αφορούν επιστροφές φόρων ή για τις οποίες έχει εκδοθεί σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου και προσωρινός προσδιορισμός φόρων και προστίμων (Απόφαση ΑΑΔΕ Αρ. ΔΕΛ Α 1057280 ΕΞ 2017).

• Εμβάσματα στο εξωτερικό που πραγματοποιούνται από κοινούς λογαριασμούς επιμερίζονται αρχικά ισομερώς μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης του εμβάσματος. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται εντολή ελέγχου σε όλα τα πρόσωπα του κοινού λογαριασμού.

Εάν ο ελεγχόμενος επικαλείται διαφορετική αναλογία των χρηματικών αυτών ποσών οφείλει να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο τον ισχυρισμό του και εάν η φορολογική αρχή αμφισβητήσει τον ισχυρισμό αυτό, οφείλει η ίδια να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την αναλογία που αυτή επικαλείται (ΠΟΛ 1228/2014, ΔΕΔ 1770/2017).

• Το εισόδημα που προέρχεται από συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων με παράλληλη παροχή υπηρεσιών, (καθαριότητας, ασφάλειας, φύλαξης κ.λπ.), όπως είναι δυνατόν να ισχύει σε εμπορικά κέντρα ή σε χώρους εκδηλώσεων, δεν θεωρείται εισόδημα από ακίνητα για τις ανάγκες του Ειδικού Φόρου Ακινήτων (15%).

Συνεπώς, εταιρεία που έχει έσοδα κυρίως από τέτοιες δραστηριότητες και όχι από απλές μισθώσεις ακινήτων απαλλάσσεται από τον φόρο αυτόν (ΠΟΛ 1056/2017).

• Απαλλάσσονται από τον Ειδικό Φόρο Ακινήτων εταιρείες που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα ή στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εφόσον έχουν ονομαστικές μετοχές μέχρι φυσικού προσώπου, αποδεικνύονται τα φυσικά πρόσωπα που είναι οι τελικοί μέτοχοι και αυτοί διαθέτουν ΑΦΜ στην Ελλάδα.

Εάν δεν υπάρχει Αρχή που να μπορεί βεβαιώσει τα στοιχεία των φυσικών προσώπων που κατέχουν τις μετοχές, υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την οποία δηλώνονται τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τις μετοχές, καθώς και ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση βεβαίωσης από δημόσια αρχή.

• Εξακολουθεί να αμφισβητείται εάν είναι δυνατή η εφαρμογή του συνόλου των φορολογικών διατάξεων για τους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων, αν και έχουν νομοθετηθεί από το 2014 στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Το υπουργείο Οικονομικών έχει δηλώσει ρητά ότι για να εφαρμοστούν οι συγκεκριμένες φορολογικές διατάξεις απαιτείται να προβλέπεται ο σχετικός εταιρικός μετασχηματισμός.

Ωστόσο, καθώς το εταιρικό μας δίκαιο δεν έχει εναρμονιστεί με το φορολογικό, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με την πρακτική εφαρμογή ορισμένων φορολογικών διατάξεων, όπως για παράδειγμα της μερικής διάσπασης εταιρειών, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη στο εταιρικό δίκαιο.

• Στις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, όπου το Δημόσιο παρεμβαίνει στις συναλλαγές του οφειλέτη με τρίτους και κατάσχει χρηματικά ποσά που δικαιούται να εισπράξει ο οφειλέτης του, ο τρίτος, στον οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση της σχετικής χρηματικής απαίτησης, καθίσταται ουσιαστικά οφειλέτης προς το Δημόσιο για το ποσό αυτό, εκτός αν προβεί σε αρνητική δήλωση εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.

Αν ο τρίτος υποβάλει θετική δήλωση ή δεν προχωρήσει σε δήλωση, τότε θεωρείται ότι οφείλει στο Δημόσιο τη χρηματική απαίτηση. Δεν γίνεται δεκτή εκπρόθεσμη δήλωση ή μεταγενέστερη δήλωση που ανακαλεί την αρχική (ΠΟΛ 1066/2017).

• Μεταγενέστερη και εκπρόθεσμη αρνητική δήλωση πιστωτικού ιδρύματος για κατάσχεση στα χέρια του χρηματικής απαίτησης του Δημοσίου δεν συνεπάγεται την επιστροφή του σχετικού ποσού από την κατασχούσα ΔΟΥ.

Αυτό ισχύει εάν η δήλωση αυτή έχει σκοπό την τροποποίηση προηγούμενης θετικής δήλωσης, με επιχείρημα ότι το πιστωτικό ίδρυμα τελούσε υπό πλάνη ως προς το πρόσωπο κατά του οποίου διενεργήθηκε η κατάσχεση (ΠΟΛ 1066/2017).

• Ιδιώτης, για να εκτελέσει χρηματική απαίτηση εις βάρος του Δημοσίου η οποία απορρέει από τελεσίδικη αλλά όχι αμετάκλητη καταψηφιστική δικαστική απόφαση, υποχρεούται να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή (ν. 3068/2002).

Το ποσό της εγγυητικής επιστολής μπορεί να μειωθεί κατά το ήμισυ με απόφαση δικαστηρίου έπειτα από αίτημα του δικαιούχου (Γν. ΝΣΚ 334/2014, Απόφαση ΑΑΔΕ με Αρ. Δ.ΕΙΣΠΡ. Α 1058811 ΕΞ 2017). Σημειώνεται ωστόσο ότι, σύμφωνα με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 9/2013), οι διατάξεις που εξαρτούν την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων από τη προσκόμιση εγγυητικής επιστολής είναι αντισυνταγματικές.

• Επιχορηγούνται οι μεγάλες επιχειρήσεις από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία μόνο στην περίπτωση που προχωρούν σε παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες συμβάλλουν σε συγκεκριμένες επενδυτικές προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, επιχορηγούνται επενδύσεις ανεξαρτήτως του μεγέθους της επιχείρησης, εφόσον οι προτεραιότητες αυτές αφορούν είτε την ενίσχυση έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας μέσω της ενίσχυσης των υποδομών έρευνας και καινοτομίας και της προαγωγής επιχειρηματικών επενδύσεων στον τομέα αυτό είτε τη στήριξη της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλους τους τομείς.

Πηγή: Grant Thornton

www.kathimerini.gr 


• Δείτε ακόμη επιλεγμένα ΆΡΘΡΑ μας εδώ…